γουρλώνω

γουρλώνω
ανοίγω υπερβολικά τα μάτια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γρουλώνω < μσν. γρυλλώνω < αρχ. γρύλλος «γουρουνάκι»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γουρλώνω — γουρλώνω, γούρλωσα, γουρλωμένος βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • γουρλώνω — γούρλωσα, γουρλωμένος, τεντώνω και ανοίγω υπερβολικά τα μάτια από θαυμασμό, φόβο κτλ.: Γούρλωσε τα μάτια της βλέποντας ένα ποντίκι στην κουζίνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γκρυλώνω — και γρυλώνω γουρλώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. γρυλώνω] …   Dictionary of Greek

  • γούρλωμα — το [γουρλώνω] το να εξέχουν τα μάτια από τις κόγχες …   Dictionary of Greek

  • γυαλουρίζω — και γαλιουρίζω 1. γυαλίζω 2. γουρλώνω τα μάτια για να προκαλέσω τρόμο. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκορ. τού γυαλίζω] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”